Η Πετρούλα Γούσιου ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου στο instagram και δημιούργησε ένα πολύ όμορφο διήγημα με τη μέθοδο που έδειξα. Απολαύστε το!
Πολύχρωμα Όνειρα
της Πετρούλας Γούσιου
« Έλα Αρίστο απο δω έχει πιο πολλά τριαντάφυλλα!»
« Πρόσεχε Κλαίρη, σκύψε να μην μας δουν, θα μας κυνηγήσουν»
« Κοίτα αυτό τι όμορφο που είναι, κόκκινο σαν βελούδο, αλλά δεν το φτάνω»
Ο Αρίστος, που δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι στη φίλη του, πήδηξε πιο ψηλά από τον φράχτη και έκοψε το τριαντάφυλλο που ζήτησε η Κλαίρη. Τα αγκάθια όμως δεν του τη χαρίσανε και τρύπησαν το μικρό χεράκι. Με φωνές και κλάματα το βαλαν στα πόδια και η κυρά-Ξένια τους αντιλήφθηκε και φώναζε πίσω τους πως, αν τους πιάσει, τίποτα δεν τους γλιτώνει. Έτσι έπαιζαν τα παιδιά ανέμελα στη γειτονιά κάποιας επαρχιακής πόλης, αγόρια και κορίτσια, φτωχά και πλούσια, όλα μαζί. Αφημένα στο παιχνίδι τους, την ξενοιασιά και τις σκανδαλιές τους, δεν καταλάβαινες τις διαφορές μεταξύ τους. Μόνο όταν περνούσε η ώρα και έβγαιναν οι μαμάδες ή οι νταντάδες να μαζέψουν τα παιδιά τους, έβλεπες τον διαχωρισμό. Τα πλουσιόπαιδα πήγαιναν νωρίς στο σπίτι, υπήρχε ωράριο και πρόγραμμα στη μέρα τους, ακριβής ώρα για το φαγητό ή για κάποιον δάσκαλο που ήρθε για μάθημα ή γιατί ήρθε ο πατέρας στο σπίτι και από δω και πέρα επικρατεί ησυχία και τάξη.
«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι», όπως έλεγε και ο πατέρας της Κλαίρης.
Ο κύριος Νικόλαος Μαυρίδης ήταν γιατρός, διατηρούσε μια ιδιωτική κλινική με εξειδίκευση σε θέματα γαστρεντερολογικά, καθότι είχε και ο ίδιος αυτή την ειδικότητα. Αυτή η κλινική ήταν το καμάρι του και η ανταμοιβή, φυσικά, σκληρής δουλειάς. Δεν ήταν και τόσο ευτυχής που είχε δύο κόρες και όχι τον πολυπόθητο γιο για να γίνει διάδοχός του, αλλά και οι θυγατέρες καλές είναι.
«Ειδικά η μεγαλύτερη, η Κλαίρη μου, είναι πολύ καλή μαθήτρια, θα μπορούσε να σπουδάσει ιατρική άνετα. Και αν δεν της αρέσει η ειδικότητά μου, μπορεί να γίνει παιδίατρος ή γυναικολόγος, έτσι θα μεγαλώσουμε την κλινική, θα γίνουμε πιο δυνατοί.»
Αυτά έλεγε ο κύριος Μαυρίδης όταν βρίσκονταν, για παράδειγμα, στη λέσχη με τους φίλους του τις Κυριακές ή στις οικογενειακές συγκεντρώσεις στο σπίτι τους, σε μια όμορφη βίλα με μεγάλο κήπο και πολλά δωμάτια. Είχαν φυσικά και οικιακή βοηθό και έναν κηπουρό που τον φώναζαν όταν χρειαζόταν. Στη μαμά της Κλαίρης, την κυρία Ευτυχία, της άρεσε να ασχολείται έξω στον κήπο λιγάκι. Πιο πολύ να κόβει τα λουλούδια και να στολίζει τα βάζα στο σπίτι τους. Δεν είχε κάποια άλλη εργασία εκτός σπιτιού, ήταν νοικοκυρά, μητέρα και προπάντων η Κυρία του Κυρίου γιατρού. Δεν είχε ποτέ λόγο ενάντια στον λόγο του συζύγου της, γιατί προφανώς έτσι μεγάλωσε και γιατί δεν μπορούσε να αντιδράσει μπροστά στην αυστηρότητά του. Ήταν καλή μητέρα όμως και αγαπούσε τα παιδιά της. Είχε ένα σφίξιμο μέσα της όταν τον άκουγε να λέει για την Κλαίρη και τα σχέδιά του, αλλά από την άλλη, γιατί όχι;
Δεν είχαν όλα τα κορίτσια τη δυνατότητα και την υποστήριξη να σπουδάσουν. Αυτό θα την έκανε ανεξάρτητη, να πατάει στα πόδια της και να έχει λόγο και πυγμή. «Άλλωστε τα κορίτσια είναι ακόμα μικρά, ας μην προτρέχουμε, θα δείξει ο καιρός», έλεγε μέσα της και ησύχαζε.
Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα, καθώς πλησιάζει το Πάσχα και την ημέρα του Λαζάρου γίνεται στην πόλη τους, το έθιμο με τις Λαζαρίνες. Σε αυτή την πόλη της Θεσσαλίας διατηρούν την παράδοση από πολύ παλιά, όπου ντύνονται με παραδοσιακές στολές μικρά κορίτσια ή και μεγάλες γυναίκες. Τραγουδούν και χορεύουν τα λαζαρινά τραγούδια γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι. Τα κορίτσια κρατάνε καλαθάκια με λουλούδια και στο τέλος του χορού τους δίνει κάθε σπίτι ένα μικρό δώρο. Η Κλαίρη είναι ενθουσιασμένη, θα πάρει μέρος και αυτή στο έθιμο, αφού με δυσκολία πήρε την άδεια από τον πατέρα της, μια που αυτός το θεωρούσε πολύ λαϊκό και ξεπερασμένο, αλλά έχε χάρη που πρέπει να δείχνει και κάποιο καλό πρόσωπο στην κοινωνία, μια που δουλεύει με τον κόσμο. Για την Κλαίρη έχει σημασία που θα ντυνόταν με αυτή την πολύχρωμη στολή, με τη μαντίλα τη γεμάτη λουλούδια και το στεφάνι από τριαντάφυλλα στο κεφάλι. Επίσης τα πολλά αστραφτερά κοσμήματα γύρω στον λαιμό την ενθουσίαζαν. Πρωί πρωί κατέβηκε στον κήπο με τη μαμά της και έκοψαν όλα τα απαραίτητα λουλούδια για τον στολισμό του στεφανιού αλλά και για το καλάθι που θα κουβαλούσε. Οι παρέες ήταν συνεννοημένες από την προηγούμενη μέρα και ξεκίνησαν για τη γύρα τους. Πήγαν να τραγουδήσουν και στο σπίτι του Αρίστου. Όταν την είδε, χάρηκε πολύ και μια αμηχανία τον κυρίευσε, πρωτόγνωρο συναίσθημα. Μα ήταν τόσο όμορφη!
Όταν τελείωσαν, ο Αρίστος της χάρισε ένα τριαντάφυλλο κόκκινο βελούδο που είχαν στην αυλή τους και η Κλαίρη κοκκίνισε και έχασε τα λόγια της. Τι συμβαίνει; Είναι ο Αρίστος ο φίλος της που παίζουν κάθε μέρα. Ήταν κάπου δώδεκα χρονών και ο φίλος της ένα χρόνο μεγαλύτερος.
Οι δύο νέοι μας μπαίνουν σιγά σιγά στην εφηβεία και άρχισαν να βλέπουν κάπως διαφορετικά ο ένας τον άλλο. Κάποια πρωτόγνωρα συναισθήματα ξύπνησαν μέσα τους που δεν μπορούσαν ακόμα να διαχειριστούν. Την άλλη μέρα στο παιχνίδι, στη γειτονιά, στο πρώτο βλέμμα κοκκίνισαν. Προσπεράστηκε γρήγορα όμως μόλις ήρθαν και τα άλλα παιδιά και άρχισαν να συζητούν για τη χθεσινή μέρα.
«Πώς σας φάνηκε χτες η γύρα που κάναμε σαν Λαζαρίνες; » ρώτησε η φίλη τους, η Σμαρώ.
«Μου άρεσε πάρα πολύ. Πρώτη φορά που ντύθηκα και νομίζω θα το ξανακάνω», απάντησε η Κλαίρη.
«Ναι, και μένα μου άρεσε έτσι πως χορεύατε» λέει ο Αρίστος, «μπράβο σας κορίτσια!»
«Εμένα πάντως δεν μου άρεσε», είπε ο Λιάκος, «με όλα αυτά που φοράγατε πάνω σας, φλουριά, αλυσίδες, λουλούδια… Κάπως χαζά μού φάνηκαν.»
«Τι λες εσύ τόσο ξέρεις, αναιδεστατε, γρουσουζη», άρχισαν να μαλώνουν όλοι τον καημένο τον Λιάκο και τον πήραν στο κυνηγητό.
Έτσι μεγάλωναν τα παιδιά σε αυτή τη γειτονιά, όπως και στις περισσότερες στην ομορφη επαρχιακή πόλη της Θεσσαλίας. Έτσι λίγο λίγο μεγάλωνε και η αγάπη της Κλαίρης και του Αρίστου. Ποια θα είναι η εξέλιξη αυτής της σχέσης, μέχρι πού θα έφτανε και ποιος θα ήταν ο πληγωμένος;
Αυτά σκεφτόταν η μητέρα του Αρίστου, που έβλεπε τον γιο της πώς να αστράφτει όταν έβλεπε την φίλη του, να τον φωνάζει για το παιχνίδι τους. Είδε τα κόκκινα μάγουλά του όταν της έδωσε εκείνο το τριαντάφυλλο και σφίχτηκε η ψυχή της. Η κυρία Κατερίνα δεν ήταν αφελής. Ήξερε τη θέση της, ήξερε το χάσμα μεταξύ των δύο οικογενειών. Όσο είναι παιδιά και τρέχουν στα σοκάκια είναι όλα ίδια, μόλις πάρουν όμως να μεγαλώνουν αρχίζουν άλλοι κανόνες.
Αυτοί ήταν αγρότες, καλλιεργούσαν τη γη από πατέρα σε γιο. Κάθε γενιά μεγάλωνε λίγο την ιδιοκτησία, αλλά σίγουρα δεν ήταν και γαιοκτήμονες. Η κυρία Κατερίνα βοηθούσε τον άντρα της όπου μπορούσε και πολλές φορές πέρναν και τα παιδιά μαζί τους γιατι η γη θέλει χέρια. Είχαν ακόμα ένα αγόρι, μικρότερο του Αρίστου, μόλις έναν χρόνο, και μια κόρη μεγαλύτερή που συνήθως βοηθούσε στο σπίτι τις ώρες που η μαμά ήταν στα χωράφια. Όλη η οικογένεια είχε και κάποια δουλειά να κάνει, όλοι συνεισέφεραν με τον τρόπο τους. Ο κύριος Αποστόλος Λιανός ήταν καλός πατέρας και τρυφερός σύζυγος. Όταν γυρνούσε αργά από τη δουλειά, καθόταν να φάει και να ξεκουραστεί και μαζεύονταν όλοι γύρω του να του κάνουν παρέα. Ο κυρ-Απόστολος πάντα είχε μια ιστορία να τους διηγηθεί, είτε από την μέρα που πέρασε είτε από τους προγόνους του πατέρα και του παππού του.
«Την γη πρέπει να την αγαπάμε», τους έλεγε, «να την προσέχουμε για να μας δίνει τους καρπούς της. Δεν ήταν τα πράγματα πάντα εύκολα, εγιναν πολλοί αγώνες για να είμαστε εμείς σήμερα τα αυθεντικά.»
Τα παιδιά άκουγαν πολύ προσεκτικά τον πατέρα τους, μετά καληνύχτιζαν τους γονείς τους και πήγαιναν για ύπνο. Η γειτονιά ήταν ζωντανή με όλες τις ηλικίες. Είχε πολύ παιχνίδι, πειράγματα και φασαρία όλο ζωή και γέλιο.
Η Κλαίρη, ο Αρίστος και άλλα παιδιά της ηλικίας τους άρχισαν περισσότερο να κάνουν βόλτες, να γυρνούν και σε άλλες γειτονιές, να μαζεύονται και να λένε αστεία και διάφορες ιστορίες. Το απογευματάκι στις πέντε βγήκε η κυρία Ευτυχία και φώναξε την κόρη της να έρθει σπίτι.
«Όχ παιδιά, πρέπει να φύγω.»
« Γιατί από τώρα, τι να κάνεις», ρωτησε η Σμαρώ.
« Ήρθε ο δάσκαλος για τα ιταλικά, δύο φορές την εβδομάδα έχω φροντιστήριο.»
« Τι είναι πάλι αυτό; Τι τα θες τα ιταλικά; ρώτησε ένα από τα παιδιά. »
« Λυπαμαι παιδιά, πρέπει να φύγω, τα λέμε αύριο.»
Είναι δύο μήνες τώρα που η Κλαίρη κάνει μαθήματα ιταλικής γλώσσας, κατά επιθυμία, εντολή φυσικά, του πατέρα της. Ο λόγος είναι οτι σκοπευει να στείλει την κόρη του να σπουδάσει γιατρός στην Φλωρεντία· εκεί βγαίνουν οι καλύτεροι γιατροί, έλεγε πάντα. Η Κλαίρη υπάκουε φυσικά, αν και δεν αντιλαμβανόταν τι σκοπο εχουν όλα αυτά και κάπου ειχε και πλάκα με της ιταλικές λέξεις και την αστεία προφορά και γελούσαν αρκετά με τον δάσκαλο. Μετά το φροντιστήριο, πήγαινε να διαβάσει τα μαθήματά της και στις οχτώ ακριβώς ήταν το δείπνο, όταν ερχόταν ο πατέρας που ρωτούσε φυσικά αν είναι τα παιδιά διαβασμένα και μετά τους έλεγε πόση δουλειά είχε σήμερα στην κλινική και πόσο κουράστηκε.
Ύστερα πήγαιναν στα δωμάτιά τους και έτσι μπορούσε και η Κλαίρη να σκεφτεί και να ονειρευτεί αυτό που θέλει. Στο μυαλό της είχε όλο χρώματα, μυρωδιές λουλουδιών, ο κόσμος της ήταν πολύχρωμος, ανέμελος. Έτσι έπλαθε μόνη στο δωμάτιό της διάφορες ιστορίες με πάρκα και κήπους που οι άνθρωποι βολτάρουν, χαρούμενοι και ευγενικοί, χωρίς διακρίσεις μεταξύ τους. Και κάπου εκεί περπατούσε και αυτή με τον Αρίστο χέρι-χέρι και κοκκίνιζε σε αυτή τη σκέψη. Μέχρι που σ’ αυτά τα όνειρα πεταγόταν ξαφνικά ένα στηθοσκόπιο και την τάραζε. Όλα μπερδεύονταν μέσα στο μυαλό της, της φαίνονταν αλλόκοτα και πολλά την γεμίζαν πίκρα και αμφιβολία. Γιατί είναι η οικογένειά της διαφορετική από των φίλων της, γιατί τώρα ξαφνικά δεν κάνει να βγαινει με όλα τα παιδιά της γειτονιάς, γιατί δεν πρέπει να είναι τόσο κολλητή με τον Αρίστο αφού από μικρά παίζουν μαζί.
«Δεν με νοιάζει», έλεγε, «ας πούνε ό,τι θέλουν, εγώ θα είμαι με τον Αρίστο όπως πάντα μαζί.»
Και έτσι πέρασαν τα χρόνια και τα δύο παιδιά μείναν μαζί αγαπημένοι.
Κάθε φορά που πήγαινε να γίνει όμως κάτι παραπάνω, ερχόταν δια μαγείας ένα φρένο και τους τραβούσε πίσω. Μια ο μπαμπάς της Κλαίρης με αυστηρό ύφος, μια η μαμά του Αρίστου να τον παρακαλάει να μην μπλέξει. Όταν περπατούσαν όμως και της έπιανε το χέρι, ή από τη μέση σφιχτά, ήταν και οι δυο τους ευτυχισμένοι. Πλησίαζε ο καιρός για να δώσει η Κλαίρη τις εξετάσεις για την προτελευταία χρονιά στο σχολείο της. Ήταν αρκετά αγχωμένη και βγήκε να κάνει μια βόλτα με τον Αρίστο στο πάρκο. Ήταν πολύ όμορφα, πολύ ήσυχα, όλα τα λουλούδια μοσχοβολούσαν. Η Κλαίρη γύρισε ξαφνικά και αγκάλιασε τον Αρίστο από τον λαιμό.
« Μόνο μαζί σου ηρεμώ, μέσα σ’ αυτή την καθημερινότητά μου, μόνο μαζί σου θέλω να είμαι», και έσκυψε να τον φιλήσει, έτσι αυθόρμητα.
Ο Αρίστος τραβήχτηκε και της κατέβασε τα χέρια, ήταν και αυτός σε πανικό.
« Γιατί; τον ρώτησε, τι συμβαίνει; Το νιώθω τελευταία, με αποφεύγεις, είσαι πιο απόμακρος. Τι συμβαίνει; »
«Κλαίρη, σε παρακαλώ, δεν θέλω να μαλώνουμε, σκέψου λίγο, πού μπορεί να μας πάει αυτό; »
«Τι εννοείς, τι λες; ποτέ δεν είχαμε μεταξύ μας τέτοια ερωτήματα. Αρίστο, σ’ αγαπώ. Καταλαβαίνεις σ’ αγαπώ, είπε η Κλαίρη και έφυγε με κλάματα τρέχοντας. »
Όταν πριν από μερικούς μήνες, είπε η κυρία Ευτυχία, ότι χρειαζόταν έναν κηπουρό, η Κλαίρη βιάστηκε να προτείνει τον φίλο της, μια που τον γνώριζαν, αλλά και ο Αρίστος για την ώρα δεν είχε δουλειά. Τελείωσε το σχολείο και δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει. Δεν θα μπορούσε να σπουδάσει γι αυτο και για την ώρα βοηθούσε τον πατέρα του στα χωράφια που είχε πολλή δουλειά και δεν τα κατάφερνε μόνος του. Είχαν μπαξέδες με μήλα, αχλάδια αλλά και κεράσια. Τα τελευταία χρόνια κατάφερε ο Κυρ. Αποστόλης να αγοράσει ακόμα λίγα χωράφια για να καλλιεργεί σιτάρι. Έτσι ο Αρίστος ήξερε από όλες της δουλειές και χάρηκε για την θέση που του προτήνανε. Θα ήταν κοντά στην φίλη του και θα είχε και κάποιο χαρτζιλίκι για τα δικά του έξοδα του και για να βοηθήσει την οικογένειά του.
Φρόντιζε να έχει ο κήπος της βίλας από όλα τα λουλούδια, όλα τα χρώματα αλλά και κάποια δέντρα φυσικά όπως τα ήθελε η καλή του, πολύχρωμα και μοσχοβολιστά. Ο κήπος με τα τριαντάφυλλα ήταν η αδυναμία του. Νοσταλγούσε τα παιδικά τους χρόνια τότε που κλεβαν τα τριαντάφυλλα και τα βαζαν σ’ έναν κουβά με λίγο νερό, τα τρίβαν και τα πατούσαν για να κάνουν την πιο καλή κολόνια. Έπρεπε οπωσδήποτε να έχουν και από εκείνα τα κίτρινα τριαντάφυλλα που μοσχοβολούσαν. Μετά έπρεπε να μείνει στον ήλιο για να γίνει άρωμα και να το βάλουν σε μπουκαλάκια. Ζητούσαν από το καφενείο της γειτονιάς να τους δίνει τα μπουκαλάκια από τα μίνι ουζάκια.
Τι ξένοιαστα, όμορφα χρόνια, σκεφτόταν ο Αρίστος.
Πριν λίγο καιρό κατέβηκε στον κήπο ο κύριος Μαυρίδης, παράξενο, γιατί δεν το συνήθιζε. Ήθελε να κάνει μαζί του μια συζήτηση ή μάλλον να του πει τι θέλει από αυτόν. Του τόνισε λοιπόν πως τον συμπαθεί και είναι πολύ ευχαριστημένος από την δουλειά του, αλλά θα ήθελε να έχει λιγότερες επαφές με την κόρη του. Η Κλαίρη πρέπει να προετοιμαστεί για την τελευταία τάξη της και να συνεχίσει τις σπουδές της, προκειται για το μέλλον της και δεν είναι σωστό να της κόψει τον δρόμο. Για τον Αρίστο ήταν σαν να του χτύπησαν μια με το φτυάρι που κρατούσε στο μέτωπο και ξύπνησε από ένα όνειρο σε έναν εφιάλτη. Βαθιά μέσα του με την λογική το ήξερε, αλλά με την καρδιά δεν ήθελε να το δεχτεί. Ηταν και η μάνα του, που του έλεγε να προσέχει γιατί θα πληγωθεί.
«Δεν είναι αυτοί για μας παιδί μου πρόσεχε, δεν θέλω να σε υποβαθμίσουνε και να υποφέρεις. Δυστυχώς οι καιροί μας ειναι τέτοιοι ακόμα, πλούσιοι και φτωχοί, αγρότες και σπουδαγμένοι, ίσως κάποτε αλλάξουν τα πράγματα, η δικια σας γενια μπορεί να το αλλάξει.» Δεν ήξερε το παιδί τι να πορωτοσκεφτεί και τι να κάνει.
Σχολασε εκείνη την μέρα, έφηγε από την βίλα για να μην συναντήσει την Κλαίρη και κατάλαβε κάτι. Έπρεπε πρώτα να σκεφτεί.
Αναστατωμένη και με κόκκινα μάτια μπήκε η Κλαίρη στο σπίτι της, εκείνη τη μέρα που φώναξε το σαγαπώ στον φίλο της. Έτρεξε στο δωμάτιο της. Ευτυχώς δεν την είδε κανέις, μόνο άκουσε η μητέρα της την πόρτα που έκλεισε δυνατέ. Δεν μπορούσε να σκεφτει καθαρά, μέσα της ήταν όλα μπερδεμένα. Φυσικά και υπήρξαν συζητήσεις και προειδοποιήση από τον πατέρα της και από την μητέρα της αλλά ποτέ δεν τα πήρε σοβαρά και ήθελε να κάνει το δικό της και πίστευε πως ο Αρίστος είναι σύμμαχος σ’ αυτό.
Ο Αρίστος την άλλη μέρα ξύπνησε και δεν ήταν ο ίδιος, τα πράγματα μπήκαν στην θέση τους σε μια σειρά, η καρδιά του όμως πονούσε ακόμα. Αποφάσισε ποια θα είναι η στάση του από δω και πέρα. Θα είναι δίπλα της αλλά όχι κοντά της. Θα την βοηθήσει να σπουδάσει και να γίνει ανεξάρτητη. Δεν θα μάθει φυσικά ποτέ τίποτα από τη συζήτηση με τον πατέρα της. Δεν θα την βοηθούσε αυτό σε κάτι εκτός από πόνο και οργή, και αυτό δεν το ήθελε. Αυτός θα δουλέψει σκληρά μαζί με τον πατέρα του για να καταφέρει όσο το δυνατόν περισσότερα, να πάρει – γιατί όχι – πιο πολλά κτήματα, να συναγωνιστεί την οικογένεια του γιατρού και ποιος ξέρει, ίσως κάποτε να μπορέσουν να είναι πάλι μαζί. Ίσως κάποτε να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν πιο ελεύθερα, να εκλείψουν οι προκαταλήψεις και οι ανισότητες.
Και να, που δύο χρόνια μετά ήρθε η ώρα και η Κλαίρη με την μητέρα της έφτασαν στην Φλωρεντία. Εκεί τους περίμενε ένας φίλος του πατέρα της και παλιός συμμαθητής του, τους πήγε στο σπίτι που νοικιάσανε και τους βοήθησε γενικά για τα απαραίτητα. Η Κλαίρη, με αναμεικτα συναισθήματα, χαρά από την μια γιατί η πόλη είναι υπέροχη, νοσταλγία για ότι άφησε πίσω, αλλά και περιέργεια για το τι θα έρθει, περιεργαζόταν το σπίτι της και το δωμάτιό της. Η μητέρα της θα έμενε τον πρώτο καιρό μαζί της. Πήγε τα πράγματά στο δωμάτιό της και άρχισε να τα τακτοποιεί.
Είχε ένα μεγάλο παράθυρο με υπέροχη θέα έξω στο δρόμο και σε έναν μικρό κήπο. Έβγαλε τα καλλυντικά της στο τραπεζάκι και πήρε στα χέρια της τη κολόνια στο όμορφο βαζάκι. Ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο του Αρίστου. Το άνοιξε και πήρε μια βαθιά εισπνοή!!! Άρωμα τριαντάφυλλο, βούρκωσαν τα μάτια της αλλά ένιωσε συγχρόνως και μια σιγουριά και μια γλύκα μέσα της και σκέφτηκε δυνατά, στο επανιδείν καλέ μου, να με περιμένεις, πάντα θα σ’ αγαπώ!