Έκκληση κάνω σε εσένα,
που μετέωρο το δάκρυ άφησες στο μάτι
και σφάλισμα στα χείλη μελανό.
Ας μη χαθεί του Χρόνου ο χορός
κι ας χάθηκαν ένα σωρό τα κεκτημένα
κι όσα αγώνες σφράγισαν με αίμα.
Κι ας σκόρπισαν οι αστροφεγγιές μας,
μες στην αχλή θορύβου άξεστου
και λόγου ασάλευτου, βερνικωμένου.
Αυτή η Πατρίδα η παγωμένη,
μες στις κληματαριές χωμένη,
της Τέχνης ξέχασε τους εραστές της.
Την αρετή της πούλησε σε ξέφρενο μεθύσι,
στης φευγαλέας ύλης το εκστατικό κυνήγι,
πόρνη σε πόρνες δόθηκε.
Και τώρα λούφαξε μετανιωμένη
μες τα κενά της ντροπιασμένη,
αδύναμη και φοβισμένη.
Έλα λοιπόν,
έλα και φέρε χρώματα,
έλα και φέρε ελπίδα.
Έλα με ορμή και θέρισε
ό,τι παλιό, κι ό,τι φθαρτό,
ό,τι στη σήψη λίμνασε.
Έλα λοιπόν και γκρέμισε
βάλε νερό κι ιδρώτα
και από τη στάχτη γέννησε.
Δεν ξέρω πώς, ούτε και πότε.
Η σκέψη μου η φτωχή δεν φτάνει ως εκεί.
Μεσσία δεν ζητώ ούτε κι ηγέτη.
Μα τις νυχτιές, μες στη σιωπή,
φωνές ακούω από νεκρούς,
που έμειναν στις πέτρες ξεχασμένοι.
Τα ιερά μού λένε ν’ αναστήσω,
που επαίσχυντα εκμαύλισαν
οι ζηλωτές τού μίσους.
Μη με προδώσεις,
εσύ, το βλέμμα που έχεις ακόμη καθαρό,
μη με προδώσεις.
Έκκληση κάνω.
05Δεκ2025 ©Τάσος Κυρτάσογλου